Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

25 χρόνια Εθνικός Διάλογος…

25 χρόνια το έχουμε ρίξει στον Εθνικό Διάλογο…

Το φθινόπωρο του 1990, ο υπουργός παιδείας Β. Κοντογιαννόπουλος προωθούσε ένα φιλόδοξο σχέδιο σαρωτικών αναδιαρθρώσεων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. 
Το σχετικό πολυνομοσχέδιο καθώς και μια σειρά ΠΔ προέβλεπαν μεταξύ άλλων, επαναφορά των εξετάσεων στο δημοτικό και το γυμνάσιο, κατάργηση των αδικαιολόγητων απουσιών, επιβολή ομοιόμορφης ενδυμασίας και επέκταση του πειθαρχικού ελέγχου ακόμα και στην καθημερινή εξωσχολική ζωή των μαθητών, κατάργηση της επετηρίδας, λειτουργία ιδιωτικών ΑΕΙ, κατάργηση της παροχής δωρεάν πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. 
Η συγκυρία έμοιαζε ευνοϊκή. Η πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της δεξιάς ήταν πολύ ευρύτερη και ισχυρότερη απ’ ότι μαρτυρούσαν τα εκλογικά ποσοστά και οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί. Η πολιτική κρίση στο ΠΑΣΟΚ, η ενσωμάτωση και ο πολιτικός αφοπλισμός της αριστεράς, το πολιτικό τοπίο που διαμόρφωσαν οι οικουμενικές κυβερνήσεις Τζανετάκη και Ζολώτα, η κατάρρευση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η ιδεολογική κρίση των ριζοσπαστικών ιδεών και η κόπωση των κοινωνικών κινημάτων, φούσκωναν τα πανιά του νεοφιλελευθερισμού. Στα πανεπιστήμια και ευρύτερα στη νεολαία, η ΟΝΝΕΔ εμφανιζόταν παντοδύναμη, στη δευτεροβάθμια, η ΟΛΜΕ προερχόταν από την ήττα της μεγάλης απεργίας του Ιούνη του 1990, ενώ η ΔΟΕ δεν θεωρούνταν ισχυρή απειλή για τα αναδιαρθρωτικά σχέδια. 
Ωστόσο, ένα μαζικότατο μαθητικό και φοιτητικό κίνημα, που εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά, ανέτρεψε τα δεδομένα. Λίγους μήνες μετά, κάτω και από το βάρος της πολιτικής δολοφονίας του Νίκου Τεμπονέρα, τα μέτρα αποσύρονται και ο Β. Κοντογιαννόπουλος υποχρεώνεται σε παραίτηση. 

Από τότε μέχρι σήμερα, οι υπουργοί παιδείας των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ που διαδέχτηκαν τον Κοντογιαννόπουλο, επιχείρησαν, με σημαντικές διακυμάνσεις στην ευρύτητα και το βάθος, μια σειρά από νεοφιλελεύθερες/νεοσυντηρητικές τομές και αναδιαρθρώσεις με στόχο μια εκπαίδευση απαλλαγμένη από το δημόσιο δωρεάν χαρακτήρα, το ανθρωπιστικό φορτίο και τη χάρτα δικαιωμάτων εκπαιδευτικών και εκπαιδευόμενων της μεταπολιτευτικής περιόδου, φθηνή, ευέλικτη, πειθαρχημένη, αγοραία, πολλών ταχυτήτων : από την «αποκέντρωση»/εκχώρηση της εκπαίδευσης στους δήμους του Γ. Παπανδρέου μέχρι την αναθεώρηση του άρθρου 16 και την προώθηση ιδιωτικών ΑΕΙ της Γιαννάκου και από το Νέο Λύκειο του Αρσένη μέχρι την αξιολόγηση και την προώθηση της «αριστείας» της Διαμαντοπούλου. 
Σήμερα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προωθεί τη διαδικασία ενός ακόμα «εθνικού – κοινωνικού διαλόγου» για την παιδεία, με τα σημαντικά και τα στοιχειώδη να έχουν ήδη συμφωνηθεί στα πλαίσια των σχέσεων κυριαρχίας : αναφερόμαστε στο Τρίτο Μνημόνιο που δεσμεύει στην προώθηση των αντιεκπαιδευτικών μέτρων της περίφημης έκθεσης του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση (2011). 
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι στη διαδικασία του διαλόγου, οι πρώην υπουργοί παιδείας – πρόκειται για μια λαμπρή ιδέα που κληροδότησε ο «πρώην» υπουργός παιδείας Α. Λοβέρδος στις επόμενες ηγεσίες του υπουργείου. 

Το τελικό αποτέλεσμα, των νέων κυοφορούμενων αναδιαρθρώσεων, θα καθοριστεί έτσι κι αλλιώς, όπως πάντα, από το συσχετισμό δυνάμεων – από αυτή την άποψη, είναι κρίσιμος ο ρόλος που θα παίξει το εκπαιδευτικό κίνημα, ο προσανατολισμός του και ο βαθμός μαζικότητας και έντασης των αγώνων του επόμενου διαστήματος. Να θυμίσουμε ότι, την άνοιξη του 1991, μετά τον Κοντογιαννόπουλο, ο τότε υπουργός παιδείας Γ. Σουφλιάς, ξεκίνησε ένα ακόμα «εθνικό διάλογο» για την παιδεία, που παρήγαγε εξαιρετικά πρωτότυπες ιδέες, όπως «η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης» και οδήγησε μεταξύ άλλων στις τριμηνιαίες επαναληπτικές εξετάσεις στην Ε΄ και Στ΄ δημοτικού. 

Έτσι, η 25ετία 1990-2015 κλείνει περίπου με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε. Είναι η 25ετία όπου: Σημειώνονται βαθιές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, στο φόντο της γενικής καπιταλιστικής κρίσης, που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το τοπίο στην εκπαίδευση. Από τη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της υπερεκμετάλλευσης των μεταναστών, της φούσκας του χρηματιστηρίου και της απατηλής και δαπανηρής λάμψης των ολυμπιακών αγώνων, περάσαμε στη φάση της κρίσης, της εκτεταμένης φτώχειας, της ανέχειας και της κοινωνικής καταστροφής.

 Από τη μείωση του δημόσιου τομέα με το κύμα ιδιωτικοποιήσεων του Μητσοτάκη και την «απασχολησιμότητα» του Σημίτη μέχρι το νέο όρο της «άνεργης ανάπτυξης», οι μεταβολές στην εργασία διαμορφώνουν το νέο εφιαλτικό τοπίο, με τεράστια ποσοστά ανεργίας και ισοπέδωση των εργασιακών δικαιωμάτων. 
 Η παιδαγωγική περιθωριοποιείται και συντηρητικοποιείται, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τοποθετείται το εκπαιδευτικό management. Κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα αποκτά τόσο περισσότερη αξία όσο πιο δύσκολη ύλη πρέπει να μεταδώσει στους μαθητές. Στην εποχή της δικτατορίας της αγοράς, οι ανάγκες του παιδιού, η ανάγκη για ολόπλευρη μόρφωση, για παιχνίδι, για αυτοεκπλήρωση μέσα από μια μορφωτική διαδικασία, η ανάγκη εν τέλει για ένα σχολείο που θα μορφώνει και θα αρέσει στα παιδιά, όλα αυτά αποτελούν απλώς ένα μέρος της ρητορικής των υπουργών παιδείας, άλλες είναι οι πραγματικές στοχοθεσίες που προωθούνται. 
Η «νέα» παιδαγωγική είναι η παιδαγωγική του κατακερματισμού και της ποσοτικοποίησης, των «καινοτόμων» προγραμμάτων που προωθούν το «πολιτικά ορθό» και το μεταμοντέρνο. Η «νέα» παιδαγωγική είναι η παιδαγωγική των ΕΣΠΑ και του ΟΟΣΑ. Το κλειστό και πειθαρχημένο κρατικό σχολείο, μεταλλάσσεται έτσι στο πολυκατακερματισμένο, φθηνό σχολείο της ευελιξίας, της αγοράς και της αποσπασματικής πληροφορίας. 
 Τα νέα σχολικά βιβλία και η εξαιρετικά δύσκολη ύλη, διαμορφώνουν μια νέα σχολική πραγματικότητα. Στα σχολικά βιβλία του δημοτικού, για παράδειγμα, κάθε άσκηση είναι και ένα νέο κεφάλαιο. Αυτοί οι παράγοντες, ευνοούν την επιστροφή σε ακόμα πιο παραδοσιακές διδακτικές μεθόδους και πιέζουν τους εκπαιδευτικούς να καταφεύγουν σε ένα απίστευτο καταιγισμό φωτοτυπίας, επαναληπτικών και τεστ, επιδιώκοντας ενστικτωδώς πολλές φορές, να κάνουν κατανοητό και προσπελάσιμο στους μαθητές τους τον δυσβάσταχτο όγκο της ύλης. Οι μαθησιακές δυσκολίες αντιμετωπίζονται με ψυχιατρικούς και όχι με εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς όρους. 
Αυτή η εξέλιξη όμως σημαίνει το τέλος της αναζήτησης, της χαράς του καινούριου, της δημιουργικότητας και της κριτικής σκέψης και απειλεί να καταστήσει και τους εκπαιδευτικούς συνένοχους. 
 Αναπτύσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα πολλές κατηγορίες σχολείων. Για παράδειγμα την πρωτοβάθμια, από τα 28 πιλοτικά ολοήμερα μέχρι τη σημερινή πολυδιάσπαση, με αποκορύφωμα το ΕΑΕΠ που εμπεδώνει έναν απίθανο κατακερματισμό, δίπλα στους άλλους τύπους σχολείων – κλασσικά, πειραματικά, πρότυπα. 
Πάνω σε αυτό το έδαφος είναι σχεδόν αδύνατον να αρθρωθεί ένα ενιαίο μορφωτικό σχέδιο. Αναπτύσσονται σχολικές δομές, ως προέκταση του κράτους πρόνοιας, όπως για παράδειγμα το ολοήμερο δημοτικό σχολείο και το ολοήμερο νηπιαγωγείο. Στόχος τους είναι, να καλύψουν, με το φθηνότερο δυνατό τρόπο και με αρκετά προβλήματα στις υποδομές αλλά κυρίως στην παιδαγωγική τους λογική, συγκεκριμένες ανάγκες που προκύπτουν από τις αλλαγές στην αγορά εργασίας. 
Στην σημερινή περίοδο, το κράτος, αργά αλλά σταθερά, αποσύρει αυτές τις δομές, ξεκινώντας από τις μεγαλύτερες τάξεις του δημοτικού. Εντείνεται ο κατανεμητικός ρόλος του σχολείου με την υιοθέτηση σκληρών εξεταστικών φραγμών. Ταυτόχρονα, με αλλεπάλληλες νομοθετικές προσπάθειες επιχειρείται η ενίσχυση του διπλού δικτύου (ενίοτε και τριπλού-βλ ΕΠΑΣ) στην ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και προωθείται η ιδέα ενός «αριστοκρατικού» Γενικού Λυκείου για τους λίγους. Επιδιώκεται έτσι, η μεγάλη πλειοψηφία των αποφοίτων Γυμνασίου να καταλήγει σε μια ρημαγμένη και επίσης κατακερματισμένη Τεχνική Εκπαίδευση, της οποίας οι απόφοιτοι θα επανακαταρτίζονται συνεχώς, πολλές φορές με δικά τους έξοδα (βλ ιδιωτικά ΙΕΚ), και θα αποτελούν ένα φτηνό (ή και δωρεάν) ημι-ειδικευμένο εργατικό δυναμικό (μαθητεία).
 Η προσπάθεια έχει και ιδεολογικό στόχο: να εμπεδωθεί σε όλους από όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία ότι «δεν παίρνουν όλα τα παιδιά τα γράμματα» αλλά και να διασπαστεί η ενιαία γνώση και η σύνδεση θεωρίας-πράξης. Αποδομείται και απορρυθμίζεται η ειδική εκπαίδευση, τα τμήματα ένταξης και τα ειδικά σχολεία αποψιλώνονται από μόνιμο εκπαιδευτικό, επιστημονικό και βοηθητικό προσωπικό, ενώ ταυτόχρονα προωθούνται δομές ελαστικές στη στήριξη των μαθητών όπως είναι η παράλληλη στήριξη. 
Μέσα από μια σειρά νόμων από το ’90 και μετά, αλλάζει ο προσανατολισμός της ειδικής εκπαίδευσης, με πυξίδα τις επιλογές της Ε.Ε. αλλά και του ΟΑΣΑ. Βασική επιδίωξη αποτελεί το σταδιακό κλείσιμο των δομών της ειδικής αγωγής και η ένταξη όλων των μαθητών στα γενικό σχολείο, πολιτική που πλήττει τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών με αναπηρία. Τομείς της ειδικής εκπαίδευσης ιδιωτικοποιούνται, αρκετές πλέον ΜΚΟ αλλά και ιδιωτικά κέντρα υποστήριξης δραστηριοποιούνται σε αυτό το χώρο, παρέχοντας υπηρεσίες στα άτομα με αναπηρία, οι ιδιωτικές παράλληλες στηρίξεις πληθαίνουν συνεχώς στα σχολεία. 
Αναδύεται μια νέα γενιά πανεπιστημιακού κατεστημένου και, αντίστοιχα, μια νέα γενιά διοικητικών και παιδαγωγικών στελεχών εκπαίδευσης, τα οποία δεν μεταφέρουν το βάρος της υπηρεσιακής παλαιότητας και τις κλαδικές παραδόσεις αλλά τον αέρα της ατομικής ανέλιξης και το θεωρητικό οπλοστάσιο του εκπαιδευτικού νεοφιλελευθερισμού, συνδυασμένο ενίοτε, με μια επίφαση προοδευτικότητας και ιδεολογικά δάνεια από τη νέα αγωγή. 
Ατελείωτα ευρωπαϊκά κονδύλια «απορροφήθηκαν» και στο χώρο της εκπαίδευσης για να υποστηρίξουν ως επί το πλείστον, προγράμματα με τουλάχιστον αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Από το τεράστιο πρόγραμμα της εξομοίωσης δασκάλων και νηπιαγωγών μέχρι τα νέα αναλυτικά προγράμματα και τα διαδοχικά προγράμματα για το σχολικό εκφοβισμό. Η σταθερή εργασία και η μονιμότητα στην εκπαίδευση, δίνει τη θέση της στην αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων, στην ελαστική εργασία, στην ωρομισθία, στους μηδενικούς διορισμούς, στα χιλιάδες κενά στα σχολεία. Παρά την αποδόμηση και την υποβάθμισή της, παρά την έκρηξη της ανεργίας και στους πτυχιούχους ΑΕΙ και τις στρατιές των άνεργων νέων επιστημόνων, η αξία της εκπαίδευσης παραμένει σε αρκετά υψηλά επίπεδα – ας αναλογιστούμε για παράδειγμα τον τεράστιο αριθμό των αιτήσεων για μεταπτυχιακά επί πληρωμή.
 Ξεκινά και τελειώνει με την Αριστερά να συμμετέχει σε κυβερνητικά σχήματα, όπου στην πρώτη περίπτωση ανοίγει το δρόμο στο νεοφιλελεύθερο χειμώνα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ενώ στη δεύτερη, αναλαμβάνει να προωθήσει και να επιβάλλει τις μνημονιακές αντιλαϊκές πολιτικές. 

Μια προσπάθεια αποτίμησης αυτής της 25ετίας από τη σκοπιά της μαχόμενης ζωντανής εκπαίδευσης, οφείλει να αναμετρηθεί με ερωτήματα όπως τα παρακάτω:
 Ποιες είναι οι κοινές συνισταμένες της αναδιαρθρωτικής κίνησης στην εκπαίδευση;
 Οι φορείς της, συνιστούν ένα ενιαίο μπλοκ, με ενιαίο, συνεκτικό και συνεπές εκπαιδευτικό σχέδιο ή υπάρχουν στο εσωτερικό τους διαφοροποιήσεις; 
Μπορούμε να ανιχνεύσουμε τέτοιες αποκλίσεις, για παράδειγμα, ανάμεσα σε νεοφιλελεύθερες και νεοσυντηρητικές τάσεις ή ανάμεσα σε διαφορετικές συνιστώσες μιας ευρύτερης συμμαχίας, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές αντοχές απέναντι στην πίεση που ασκεί με τους αγώνες του το εκπαιδευτικό κίνημα;
 Παράγουν αυτές οι διαφοροποιήσεις αλλά και η σύνθετη κοινωνική/εκπαιδευτική πραγματικότητα, δομικές αντιφάσεις στον κυρίαρχο εκπαιδευτικό λόγο;
 Με ποιους τρόπους οι φορείς της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης (διεθνείς οργανισμοί, ΕΕ, ΟΟΣΑ, κυβερνήσεις, πανεπιστημιακό κατεστημένο, στελεχικό δυναμικό) εμπεδώνουν την ιδεολογική, παιδαγωγική και πολιτική ηγεμονία τους στο εκπαιδευτικό σώμα και στην κοινωνία ευρύτερα; Ποιος ο ρόλος του επίσημου κατεστημένου συνδικαλισμού; 
Ποια μέτρα υλοποιήθηκαν και πως άλλαξαν το τοπίο στην εκπαίδευση; 
Ποια μέτρα αναχαιτίστηκαν λόγω των αντιστάσεων του εκπαιδευτικού κινήματος; 
 Ποιους εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς στόχους επαγγέλονταν οι αναδιαρθρώσεις; 
Ποιοι από αυτούς προωθήθηκαν με επιμονή και ποιοι αποτέλεσαν μέρος μιας φιλολαϊκής ρητορικής; (υπενθυμίζουμε για παράδειγμα την επαγγελία του Αρσένη για πρόσβαση στην τριτοβάθμια όλων των αποφοίτων λυκείου)
 Τι μεταβολές έχουμε στα πεδία της οργάνωσης, της διοίκησης και του περιεχομένου της εκπαίδευσης; 
Τι μεταβολές έχουμε στον επίσημο/κυρίαρχο παιδαγωγικό λόγο και σε ποιο βαθμό αντανακλώνται στη διδακτική πράξη; 
 Άλλαξε και σε ποιο βαθμό το τοπίο μέσα στις σχολικές τάξεις, η σχολική καθημερινότητα, οι διδακτικές πρακτικές και οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών για το έργο τους; 
 Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των κινημάτων που αναπτύχθηκαν αυτή την περίοδο στην εκπαίδευση; 
Σε ποιο βαθμό πέτυχαν να ανατρέψουν ή να ακυρώσουν στην πράξη τις αντιεκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις, να υπερασπίσουν το δημόσιο χαρακτήρα του σχολείου και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών; 
 Συγκροτούν αυτά τα κινήματα έναν αντίπαλο εκπαιδευτικό και κοινωνικό λόγο; 
Τι πρέπει να αλλάξει στο εσωτερικό των εκπαιδευτικών κινημάτων για να αποκτήσουν μια πιο ολοκληρωμένη φυσιογνωμία και ένα στέρεο εκπαιδευτικό λόγο; 
Πως μπορεί αυτή η αναζήτηση να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός νέου απελευθερωτικού εκπαιδευτικού/μορφωτικού/κοινωνικού προτάγματος; 
Για παράδειγμα, όλες οι μεγάλες αναμετρήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης, γέννησαν μαζικότατα εκπαιδευτικά κινήματα που είχαν αμυντικά χαρακτηριστικά – με εξαίρεση, τη μεγάλη απεργία του 2006, που αποτελεί ένα πρωτότυπο γεγονός, μια λαμπρή εξαίρεση, όχι μόνο στο χώρο της παιδείας αλλά και ευρύτερα. 

 Στα πλαίσια αυτού του προβληματισμού, είναι αναγκαία μια συνολική αποτίμηση του εκπαιδευτικού κινήματος. Πέτυχε τους στόχους του; 
Ανέτρεψε και ακύρωσε τα μέτρα των αναδιαρθρώσεων; Δυνάμωσε συνδικαλιστικά; Απέκτησε χαρακτηριστικά, προσανατολισμό και περιεχόμενο που υπερβαίνουν την συνδικαλιστική δράση για συγκυριακά ζητήματα;
 Ανέπτυξε επαρκώς έναν αντίπαλο λόγο για το σχολείο και την κοινωνία; 
Τι περιεχόμενο και τι μορφές δίνουμε στο αίτημα για ενιαίο δημόσιο δωρεάν δωδεκάχρονο σχολείο; Θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο άμεσων αιτημάτων που να αντανακλά τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων και να κινείται ανταγωνιστικά με τις πολιτικές των ταξικών φραγμών; 
Για παράδειγμα, τα αιτήματα για άμεση μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, μείωση της διδασκόμενης ύλης και ανάπτυξη εκπαιδευτικών υποστηρικτικών δομών θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση; 
Με αυτό το σκεπτικό απευθυνόμαστε: σε πρωταγωνιστές των πανεκπαιδευτικών αγώνων από όλους τους χώρους, τα ρεύματα και τις πτέρυγες του κινήματος σε πανεπιστημιακούς που με το έργο τους και τον κριτικό τους λόγο στήριξαν και στηρίζουν τα ανταγωνιστικά κινήματα και τη διαμόρφωση ενός αντίπαλου, ριζοσπαστικού κοινωνικού και εκπαιδευτικού προτάγματος σε εκπαιδευτικούς της πράξης που αγωνιούν για το παρόν και το μέλλον του δημόσιου σχολείου και αναζητούν δρόμους και πρακτικές συλλογικής διαμόρφωσης ενός ριζοσπαστικού κοινωνικού και εκπαιδευτικού/μορφωτικού σχεδίου 

Επιδιώκουμε να ανοίξουμε το διάλογο με όλες τις δυνατές μορφές. Με την δημοσίευση άρθρων στην ιστοσελίδα του περιοδικού μας, με την οργάνωση μικρών ή μεγαλύτερων συζητήσεων, με κεντρικές εκδηλώσεις. Κυρίως όμως, στοχεύουμε, όλη αυτή η προσπάθεια, να συμβάλλει, στην αναγκαία ανάπτυξη του εκπαιδευτικού κινήματος, στον ιδεολογικό, παιδαγωγικό και πολιτικό εξοπλισμό του και στην ισορροπημένη ανάπτυξη και των δυο αναγκαίων πλευρών του: των αναγκαίων αγώνων για την ανατροπή των αντιεκπαιδευτικών πολιτικών αλλά και τη συγκρότηση ενός νέου, ριζοσπαστικού, απελευθερωτικού εκπαιδευτικού – μορφωτικού – κοινωνικού σχεδίου. e-lesxi.gr πηγή