20 του Σεπτέμβρη συζητείται στο ΣτΕ η προσφυγή της ΕΤΕ για τα Λιπάσματα. Το «αυτονόητο» και η κοινή λογική λέει πως οι εκτάσεις θα πρέπει να αποδοθούν στο Δήμο.
Το Δίκαιο όμως λέει ότι η οποιαδήποτε απόφαση θα πρέπει να υπηρετεί το Δημόσιο -όχι μόνο το Δημοτικό- Συμφέρον και το Κοινό Καλό. Για να αποδοθούν οι εκτάσεις στο Δήμο θα πρέπει η δικαιακη αυτή πράξη να είναι συμβατή με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και να υπηρετεί το Δημόσιο Συμφέρον και το Κοινό Καλό.
Ο Δήμος, ως ο «επισπεύδων φορέας» που δεν έχει ανακηρύξει τα Λιπάσματα ως περιοχή Ανάπλασης, για να διεκδικήσει τη γη -στη βάση μιας πολιτικής ανάπλασης- θα πρέπει να έχει αποδείξει την αειφόρο βιωσιμότητα του εγχειρήματος. Και αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει μελέτες σκοπιμότητας, επιχειρησιακό και επιχειρηματικό πλάνο, ανάλυση ρίσκου και κύριως με μελέτη ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ -και όχι μόνο πολεοδόμησης ενός μέρους της έκτασης- στην οποία θα πρέπει να προβάλλονται τα ανταποδοτικά οφέλη, κυρίως τα χρηματο-οικονομικά, από την απόδοση της γης στο Δήμο για ΑΝΑΠΛΑΣΗ και όχι μόνο για πολεοδόμηση.
Αυτή η προετοιμασία απαιτεί τεράστια αρχιτεκτονική, χρηματοπιστωτική και νομική υποστήριξη από εξειδικευμένα γραφεία και επιστήμονες και μεγάλο χρόνο προετοιμασίας.
Κατά ένα άλλο λόγο όλοι αυτή η δουλειά θα πρέπει να είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα ώστε ολοι οι πολίτες να δουν τον εαυτό τους στην εικόνα.
Και το τελευταίο και το ποιο σημαντικό είναι ότι οι μελέτες Ανάπλασης των Λιπασμάτων ΔΕΝ πρέπει να αφορούν μόνο μια κατακερματισμένη και απομονωμένη από το Δήμο περιοχή, αλλά την ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΟΛΟΥ του ΔΗΜΟΥ. Έτσι δημιουργούνται οικονομίες κλίμακας, υψηλών επενδυτικών προδιαγραφών, ανταγωνιστικές προς άλλες προτάσεις (κυρίως προτάσεις αμιγούς πολεοδομικής ανάπτυξης), δημιουργώντας συγχρόνως κοινωνικό-οικονομική συνοχή και ενιαία ολοκλήρωση του δήμου.
