Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Επτά ιστορίες εργαζόμενων ανθρώπων


 «Μας Έχουν Πηδήξει τα Όνειρα»
 - Αυτή Είναι η Νέα Εργατική Τάξη στην Ελλάδα
Είμαστε μια γενιά αριθμών. Στην αρχή χαρακτηριστήκαμε ως η γενιά των 700 ευρώ. Μετά, υποβαθμιστήκαμε σε γενιά των 400. Είμαστε αυτοί που καθοριζόμαστε από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τα ξεχειλωμένα ωράρια, την εργασιακή επισφάλεια. Η γενιά που αδυνατεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο μέχρι τα 30. Κακοπληρωμένη και ανασφάλιστη, παλεύει να επιβιώσει. Η γενιά που δεν ονειρεύεται.

Ξόδεψε τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης σε αναγνωστήρια, αίθουσες εξετάσεων και περιστασιακές δουλειές. Οι επιδιώξεις της εξαντλούνται στην καταβολή του ενοικίου στο τέλος του μήνα. Με το ακουστικό στο αυτί ή τον δίσκο στο χέρι, αγωνίζεται καθημερινά, για να συνεχίζει να υπάρχει.

Με την υπογραφή του τέταρτου μνημονίου προ των πυλών, συλλέξαμε επτά ιστορίες εργαζόμενων ανθρώπων των οποίων η νεότητα συνέπεσε με τις πολιτικές λιτότητας. Η νέα εργατική τάξη στην Ελλάδα μπορεί να μη δουλεύει με φόρμα εργασίας, προσφέρει, ωστόσο, τις υπηρεσίες της σε πολύ χαμηλή τιμή.

Χρύσα Τσιτροπούλου, 30 ετών, καθηγήτρια αγγλικών
Δεν ξέρω αν μπορώ να πω ότι κάνω δύο ή περισσότερες δουλειές, επειδή θεωρητικά έχω πολλούς εργοδότες. Εργάζομαι σε ένα φροντιστήριο και παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών σε παιδάκια. Ξεκινάω κάθε μέρα περίπου στις δύο το μεσημέρι και τελειώνω οκτώ, εννιά, κάποιες φορές και στις δέκα το βράδυ, ανάλογα με τις μετακινήσεις που χρειάζεται να κάνω.


Το 2010 αποφοίτησα από την Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα. Ξεκίνησα να δουλεύω ως καθηγήτρια ελληνικών, αλλά όσο περνούσε ο καιρός τα μαθήματα συνεχώς λιγόστευαν. Σε φροντιστήριο δεν μπορούσα να βρω δουλειά, επειδή ζητούσαν προϋπηρεσία - ακόμα και να την είχα, δεν θα μπορούσα να την αποδείξω με τα ιδιαίτερα μαθήματα.
Η μόνη επαφή που είχα μέχρι τότε με φροντιστήριο ήταν μέσω ενός πεντάμηνου προγράμματος voucher. Οι εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί ήταν τραγικές. Ουσιαστικά, δεν είχα κανένα εργασιακό δικαίωμα, επειδή, αν και εργαζόμενη, θεωρούμουν ακόμη άνεργη εκείνη την περίοδο.
Κάποια στιγμή, βρήκα σταθερή δουλειά σε φροντιστήριο ως καθηγήτρια αγγλικών μόνο με το πτυχίο του Proficiency. Συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα να βρω περισσότερες δουλειές πάνω σε αυτό το αντικείμενο και έτσι έδωσα κατατακτήριες και μπήκα στην Αγγλική Φιλολογία. Στα 30 μου χρόνια έγινα για δεύτερη φορά φοιτήτρια.

Ενίοτε, συμπλήρωνα το εισόδημά μου παραδίδοντας μαθήματα πιάνου σε παιδιά.
Το διάστημα που δεν εργαζόμουν σε φροντιστήριο ήταν πολύ δύσκολο. Τα ιδιαίτερα δεν μου πρόσφεραν καμία ασφάλεια. Δεν ήξερα αν θα έχω δουλειά ή πόση δουλειά θα είχα την επόμενη χρονιά, δεν είχα σταθερό μισθό και προφανώς κανείς δεν μου κολλούσε ένσημα. Αναγκαζόμουν να κάνω αιματηρές οικονομίες μέσα στον χειμώνα, για να μπορώ να συντηρούμαι τους καλοκαιρινούς μήνες που δεν δούλευα.
Στο φροντιστήριο το ωρομίσθιο είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο των ιδιαίτερων μαθημάτων, αλλά τουλάχιστον είσαι ασφαλισμένος, παίρνεις ένα επίδομα ανεργίας το καλοκαίρι και ένα πετσοκομμένο δώρο Πάσχα.
Πριν από το μνημόνιο τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Το θυμάμαι, επειδή δούλευα και ως φοιτήτρια. Τα λεφτά που έβγαζα ήταν ασύγκριτα καλύτερα. Δεν υπήρχε αυτό το μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας, αυτή η μόνιμη απειλή ότι μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου ανά πάσα στιγμή. Αλλά ακόμη και αυτό να συνέβαινε, δεν υπήρχε ο φόβος του τι θα γίνει μετά. Ήξερες ότι ακόμη και αν απολυόσουν, θα έβρισκες σύντομα κάποια άλλη δουλειά.
Ακόμη και οι γονείς συμπεριφέρονται διαφορετικά. Βλέπω ότι πλέον λειτουργούν περισσότερο ως εργοδότες. Οι απαιτήσεις έχουν αυξηθεί, χωρίς, βέβαια, αυτό να αποτυπώνεται στον μισθό.
Οι εργασιακές συνθήκες που επικρατούν, μας αναγκάζουν, δυστυχώς, να ρίξουμε και την ποιότητα της δουλειάς μας. Ποιος μπορεί να διατηρήσει τη δημιουργικότητα, το μεράκι και τη φαντασία του, όταν νιώθει ότι ο κόπος και η προσπάθεια που καταβάλλει δεν εκτιμάται από κανέναν;
Θυμάμαι ότι παλιότερα αντιμετώπιζα τα πράγματα διαφορετικά. Η αισιοδοξία που είχα, όταν βγήκα για πρώτη φορά από το πανεπιστήμιο, έχει σβήσει.

Βλέπω μία γενιά που παλεύει να επιβιώσει, που προσπαθεί να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί μέσα σε αυτήν την κατάσταση. Δεν βλέπω ανθρώπους να σηκώνουν τα χέρια ψηλά, να βουλιάζουν. Βλέπω ανθρώπους που έχουν δυσκολίες, αλλά παλεύουν να τις αντιμετωπίσουν. Όμως βλέπω και έναν τεράστιο συμβιβασμό. Πλέον και με τα λίγα είμαστε ευχαριστημένοι, συμβιβαζόμαστε πολύ πιο έυκολα. Δεχόμαστε δουλειές, συμπεριφορές, μισθούς που σε άλλη περίπτωση δεν θα δεχόμασταν. Κάνουμε πίσω, δεν βάζουμε τα όριά μας και, σε τελική ανάλυση, καταλήγουμε να υποτιμάμε τους ίδιους μας τους εαυτούς μας. 
η συνέχεια του άρθρου εδώ