Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

The Post, η νέα ταινία του Spielberg

The post: Νοσταλγώντας την έννοια του «σκανδάλου» στην εποχή των fake news


Γράφει ο Πάνος Τσερόλας 
The Post, η νέα ταινία του "μεγάλο παραμυθά" Spielberg

Η καινούρια ταινία του Steven Spielberg στηρίζεται στο φυσικό χάρισμα των Meryl Streep και Tom Hanks για να αφηγηθεί μια ακόμα ιστορία δημοσιογραφικού ηρωισμού (πλην όμως λιγότερο επεισοδιακή από το μετέπειτα Watergate), με τα βέλη του στραμμένα εμφανώς στην εποχή Trump. Το αποτέλεσμα είναι μια ευχάριστη, τυπικά «σπιλμπεργκική» ταινία, που ωστόσο επιχειρεί να πει και κάτι παραπάνω από την πραγματική ιστορία των Pentagon Papers το 1971.

70s: Μια εποχή που τα κάθε λογής papers ήταν πρωτοσέλιδο
Δεν είναι πως θα περίμενε κανείς τίποτα λιγότερο από μια ταινία του «Μεγάλου Παραμυθά» Spielberg, μα η αναπαράσταση του 1971 στην ταινία είναι υποδειγματική. Αυτό δεν αφορά φυσικά μονάχα τα ρούχα, τα κουρέματα, τα καρτοτηλέφωνα και τα αυτοκίνητα‧ η ταινία επενδύει πάνω στις διαφορές της εποχής σε όλα τα επίπεδα, επιδιώκοντας σε αυτές ακριβώς τις διαφορές να μεταφέρει ένα μήνυμα για το σήμερα.
 Για παράδειγμα, στην ταινία «The Post» οι καπνιστές δεν θα περάσουν καλά: Εστιατόρια, χώροι εργασίας, σπίτια, τουαλέτες, εταιρικά meeting, είναι όλα χώροι καπνίσματος και μάλιστα συστηματικού. Αλλά αυτό είναι μια λεπτομέρεια. Άλλο παράδειγμα: Είμαστε στο 1971 και προκύπτει πως είναι σχετικά φυσιολογικό να απαξιώνεις μια γυναίκα, ακόμα και σε ανώτερη της δικής σου θέσης, ακριβώς μπροστά της. Είμαστε στο 1971 και σε ένα τραπέζι της υψηλής κοινωνίας, όταν ένας άντρας ανοίξει μια κουβέντα για τον Νίξον, το Βιετνάμ ή την οικονομία, οι κυρίες λαμβάνουν το «σήμα» για να μετακινηθούν στο δίπλα δωμάτιο ώστε να συζητήσουν για κοινωνικά κουτσομπολιά (παντρεύτηκε ξανά ο τάδε), για φορέματα και τάπερ. 
Το κυριότερο όμως: Είμαστε στο 1971 και κάπως προκύπτει ότι κάποιος/οι αποκαλύπτουν έγγραφα ενός τεράστιου σκανδάλου και δεν καταφεύγουν αιτούντες άσυλο σε πρεσβείες άλλων χωρών ενώ, το σημαντικότερο, τα έγγραφα του σκανδάλου και το ίδιο το σκάνδαλο αποτελούν το νούμερο ένα θέμα συζήτησης. Για τα ΜΜΕ, το 1971, η αποκάλυψη του σκανδάλου αποτελεί μια θρησκευτικού τύπου έννοια του «σκοπού»: Εν προκειμένω, η ταινία αφηγείται την αποκάλυψη των περίφημων Pentagon Papers, των εγγράφων δηλαδή που απεδείκνυαν πως επί θητείας πέντε τουλάχιστον πρωθυπουργών, ο πόλεμος στο Βιετνάμ βασιζόταν σε ψέμματα και επικοινωνιακά κατασκευάσματα.

Καθώς λοιπόν ο αρχισυντάκτης της ιστορικής Washington Post Ben Bradley (Tom Hanks, σε ένα reprise του ρόλου που χάρισε Όσκαρ στον Jason Robards στην εμβληματική ταινία All the President’s Men») μαζί με την ιδιοκτήτρια της εφημερίδας Kay (Meryl Streep, απλά Meryl Streep-ing με χάρη) προσπαθούν να βρουν και να αποκαλύψουν τα έγγραφα, το φάντασμα του Nixon παραμονεύει. 
Η δικαιοσύνη μοιάζει να θέλει να «φιμώσει» τις εφημερίδες που ανασύρουν τα απόρρητα έγγραφα. Η θέληση του Spielberg να κάνει τον θεατή να σκεφτεί τον Trump είναι εμφανής‧ όμως στην πραγματικότητα γεννιούνται πολλά περισσότερα ερωτήματα από μια απλή κριτική στις παρεμβάσεις του Trump στην πληροφορία και την όποια «αλήθεια» της σύγχρονης εποχής.

Είμαστε στο 2018 και όχι στο 1971. Τα εκάστοτε «papers» εμφανίζονται στο προσκήνιο της (διαδικτυακής κυρίως) επικαιρότητας, με την μορφή «leaks» και διαρροών, είτε από whistleblowers είτε από «ψηφιακούς ακτιβισμούς» που λειτουργούν σε ένα μη ορισμένο γεωγραφικά παρασκήνιο. Η πληροφορία διοχετεύεται με τρόπο μαζικό και ταχύτατο, ενώ ταχύτατη είναι και η εκστρατεία διαχείρισης της πληροφορίας από κέντρα εξουσίας: Το ούτως ή άλλως σύνθετο ερώτημα της «αλήθειας» γίνεται ένα θολερό, αχανές και χαοτικό τοπίο, τα παραδοσιακά ΜΜΕ έχουν από καιρό συνάψει ισχυρούς και προφανέστατους (όχι διακριτικούς ή σκέτο ιδεολογικούς) δεσμούς με τα κέντρα εξουσίας, ένας Πρωθυπουργός μπορεί να ξεπετάει ότι του αρέσει ως «fake news» αναπαράγοντας δικά του fake news και ακόμα και οι εκάστοτε «αποκαλυπτόμενοι» από τα όποια papers μπορούν να βασίζονται στην ταχύτητα της αλλαγής κέντρου βάρους της επικαιρότητας. Για παράδειγμα, είμαστε σήμερα σε μια εποχή που τα Panama Papers είναι ήδη ….παλιά.

Για τους θεατές στην γειτονιά μας μάλιστα, η ηρωική (αν και εμφανώς δραματοποιημένη) προσπάθεια της Post να υπηρετήσει τον αξιακό της κώδικα και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας, δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου και την κατάσταση στα εγχώρια ΜΜΕ, των οποίων η διασύνδεση με τα εκάστοτε κέντρα εξουσίας, πολιτικά ή οικονομικά (αυτό που αποκαλούμε διαπλοκή), δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα του πάλαι πότε λειτουργήματος της δημοσιογραφίας. Αυτό μάλιστα δεν αφορά μονάχα στην πολύ αμήχανη «συγνώμη» που εκπέμπεται από τα στελέχη του MEGA- η ευκολία πρόσδεσης παλιών και νέων δημοσιογραφικών εγχειρημάτων σε κάποιο «κέντρο» είναι μνημειώδης, πόσο μάλλον στα χρόνια των μνημονίων.

Εύκολο είναι, μερικές φορές, να δείξει κανείς με το δάχτυλο τους κάθε λογής συνωμοσιολόγους και τους θιασώτες ημι-παρανοϊκών θεωριών για την επικαιρότητα και τις εκάστοτε εξελίξεις. Ακόμα πιο εύκολο είναι να γελάσει με τους πιστούς προφητειών του κάθε Παϊσιου (που φαίνεται πως είχε κατά καιρούς προβλέψει μέχρι και αποτελέσματα Β’ Νορβηγίας) ή και να εκνευριστεί με την πεισματική επιμονή πολλών ανθρώπων να αντιλαμβάνονται την όποια «αλήθεια» εντελώς κατά το δοκούν. Όμως στην σχετική άνοδο της συνωμοσιολογίας και του (ακόμα χαμηλότονου) παραλογισμού δεν μπορεί παρά να παίζει ρόλο μια ουσιώδης και βαθιά αλλαγή στον ρόλο και κυρίως την αξιοπιστία των ΜΜΕ. Η πληροφορία σχετικοποιήθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό και η διαπλοκή έγινε τόσο απροκάλυπτη, που η Γη κάλλιστα θα μπορούσε να είναι και επίπεδη.

Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, η ταινία του Spielberg δεν μοιάζει τόσο με σάλπισμα αντεπίθεσης για την μαχόμενη αδέσμευτη δημοσιογραφία της εποχής μας (που ασφαλώς υπάρχει και δίνει τον αγώνα της, όμως για την ώρα συνθλίβεται υπό τον ανεξέλεγκτο όγκο της ακατάσχετης πληροφορίας). Αντίθετα, μοιάζει με μια νοσταλγική αναπόληση μιας εποχής που μας υπενθυμίζει μια μεγάλη ήττα. 
Η ταινία κλείνει δίνοντας πάσα στο μετέπειτα σκάνδαλο Watergate, που οδήγησε στην παραίτηση του Nixon, που μόλις είχε επανεκλεγεί, και το οριστικό του ιστορικό «τσαλάκωμα». Το σκάνδαλο αυτό ξεσκέπασε πάλι η Post, με δυο ρεπόρτερ που δεν φαίνονται στην ταινία του Spielberg αλλά είναι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της ταινίας του Alan Pacula, All the President’s men (Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου, με τους Robert Redford και Dustin Hoffman). Η ταινία του Pacula (που σε πολλές κριτικές αναφέρεται ως «καλύτερη» του Post και ίσως να είναι, αν και έχουν ελαφρώς διαφορετικό στόχο) δείχνει την επιμονή και την «δουλειά του μυρμηγκιού» των δυο δημοσιογράφων που έμελλε να αλλάξουν την σύγχρονη αμερικανική ιστορία, και όπως με τον Tom Hanks εδώ, τους απεικονίζει ως all-american heroes. Ανθρώπους που τα βάζουν με φαινομενικά πανίσχυρους αντιπάλους, δυσοίωνους για το μέλλον τους (ή και τη ζωή τους) συσχετισμούς, και αφοσιώνονται στην υπηρεσία της αλήθειας. Για την ακρίβεια, στην μεταβίβαση της πληροφορίας στη δημόσια σφαίρα, που ασφαλώς θα ερμηνεύσει και θα ορίσει την αλήθεια της κοινής γνώμης.

Το άλλο μισό της ταινίας του Spielberg αφοσιώνεται στην δραματοποίηση της ιδιοκτήτριας Kay, που καλείται να πάρει την κρίσιμη απόφαση του τυπώματος ενώ η Δικαιοσύνη (μαζί με το κλείσιμο της εφημερίδας ή και την φυλάκισή της) καραδοκεί. Η Kay αγιογραφείται κάπως τραβηγμένα ως ένα φεμινιστικό σύμβολο, όμως ακόμα πιο ενδιαφέρον συμβολισμός είναι το γεγονός πως την υποδύεται η Streep, που εσχάτως έχει βρεθεί στο στόχαστρο για την σιωπή (ή έστω, την πιο light αναφορά της) στα παρατεταμένα σεξουαλικά σκάνδαλα του Hollywood.

Εν τέλει, ο Spielberg καταφέρνει και κατασκευάζει μια ταινία που βλέπεται με την ένταση ενός θρίλερ (αν και είναι σαφής η έκβαση της ιστορίας) και καταφέρνει να παράξει συναισθηματική και εγκεφαλική εμπλοκή πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο θα φαινόταν από την σύνοψη του έργου και το υλικό που είχε στα χέρια του. Η επιμονή του να γεμίσει την ταινία συμβολισμούς για τον Trump ίσως εν τέλει αποδυναμώνει κάπως το τελικό αποτέλεσμα, καθώς το μαχαίρι θα μπορούσε να μπει αρκετά βαθύτερα και να ξεφύγει από την αντιπολιτευτική υστερία του Hollywood- να πει δηλαδή κάτι πιο βαθύ για το λειτούργημα εκείνο που μοιάζει σήμερα ξεχασμένο και πάλαι πότε.πηγή