«Εξαιρετικά μη βιώσιμο» χαρακτηρίζεται το χρέος - Γιατί το Ταμείο «στοχοποιεί» το ασφαλιστικό ζητώντας νέες μειώσεις συντάξεων -
Ποιοι οι δύο βασικοί κίνδυνοι για την Ελλάδα-
Τι προτείνει για μείωση του χρέους Τα βασικά σημεία της έκθεσης του ΔΝΤ για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας που αναμένεται να συζητηθεί αύριο στο εκτελεστικό συμβούλιο του Ταμείου, παρουσιάζει αποκλειστικά το www.protothema.gr.
Οι βασικές παραδοχές της έκθεσης του Ταμείου είναι ότι το ελληνικό χρέος παραμένει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για την μείωσή του, όπως η σταθεροποίηση των επιτοκίων σε επίπεδο μέχρι 1,5% για 30 χρόνια με παράλληλη επέκταση της ωρίμανσης των ελληνικών ομολόγων μέχρι το 2070.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι μέχρι σήμερα μειώσεις των συντάξεων υπολογίζονται στο 1% του ΑΕΠ ενώ τονίζεται ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα έχει έλλειμμα 11% και εμμέσως προτείνει νέο κούρεμα των συντάξεων.
Η ομάδα της κυρίας Βελκουλέσκου εκτιμά ότι θα χρειαστεί «μαξιλαράκι» 10 δισεκατομμυρίων για πιθανή νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ευθέως εκφράζει την άποψη ότι η προσπάθεια των Ευρωπαίων να επιβάλλουν στόχο για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για μια 10ετία, δεν μπορεί να βγει στην πράξη και τάσσεται υπέρ της μείωσης των φόρων με παράλληλη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δηλαδή μείωση του αφορολόγητου ορίου.
Μείγμα υπερφορολόγησης με φόρους σε περιορισμένη κλίμακα
Σύμφωνα με το Ταμείο, η δημοσιονομική πολιτική που στηρίζεται σε υψηλούς φόρους, σε περιορισμένη φορολογική βάση και σε περιορισμό δαπανών που είναι συγκυριακός και επιλεκτικός κι η οποία (σσ η δημοσιονομική πολιτική) δεν στηρίζεται σε μεταρρυθμίσεις δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.
Επιπλέον πρόκειται για πολιτική αντιαναπτυξιακή και γι' αυτό το λόγο θέτει θέματα αξιοπιστίας.
Ταυτόχρονα, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα δεν είναι επαρκείς για να μειώσουν τα χρέη προς τις τράπεζες και τα χρέη των ιδιωτών προς τις φορολογικές αρχές του δημοσίου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πιέσεις στην ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητα.
Συστάσεις
Η κύρια σύσταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι ότι θα πρέπει να υιοθετηθούν πολιτικές ουδέτερες δημοσιονομικά που θα οδηγούν σε μείωση φόρων και διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ο εξορθολογισμός της δαπάνης για συντάξεις και αντιθέτως η εστίαση σε δαπάνες που απευθύνονται στις πλέον ευάλωτες ομάδες βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις συνθήκες για επενδύσεις και ανάπτυξη.
Εις ό,τι αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPL's) επισημαίνεται ότι δεν έχουν υιοθετηθεί πλήρως οι κατευθύνσεις για μείωση των λεγόμενων κόκκινων δανείων, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγήσει σε περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης στον υγιή ιδιωτικό τομέα και σε εξασθένηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών.
Οι βασικές παραδοχές της έκθεσης του Ταμείου είναι ότι το ελληνικό χρέος παραμένει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για την μείωσή του, όπως η σταθεροποίηση των επιτοκίων σε επίπεδο μέχρι 1,5% για 30 χρόνια με παράλληλη επέκταση της ωρίμανσης των ελληνικών ομολόγων μέχρι το 2070.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι μέχρι σήμερα μειώσεις των συντάξεων υπολογίζονται στο 1% του ΑΕΠ ενώ τονίζεται ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα έχει έλλειμμα 11% και εμμέσως προτείνει νέο κούρεμα των συντάξεων.
Η ομάδα της κυρίας Βελκουλέσκου εκτιμά ότι θα χρειαστεί «μαξιλαράκι» 10 δισεκατομμυρίων για πιθανή νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ευθέως εκφράζει την άποψη ότι η προσπάθεια των Ευρωπαίων να επιβάλλουν στόχο για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για μια 10ετία, δεν μπορεί να βγει στην πράξη και τάσσεται υπέρ της μείωσης των φόρων με παράλληλη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δηλαδή μείωση του αφορολόγητου ορίου.
Μείγμα υπερφορολόγησης με φόρους σε περιορισμένη κλίμακα
Σύμφωνα με το Ταμείο, η δημοσιονομική πολιτική που στηρίζεται σε υψηλούς φόρους, σε περιορισμένη φορολογική βάση και σε περιορισμό δαπανών που είναι συγκυριακός και επιλεκτικός κι η οποία (σσ η δημοσιονομική πολιτική) δεν στηρίζεται σε μεταρρυθμίσεις δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.
Επιπλέον πρόκειται για πολιτική αντιαναπτυξιακή και γι' αυτό το λόγο θέτει θέματα αξιοπιστίας.
Ταυτόχρονα, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα δεν είναι επαρκείς για να μειώσουν τα χρέη προς τις τράπεζες και τα χρέη των ιδιωτών προς τις φορολογικές αρχές του δημοσίου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πιέσεις στην ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητα.
Συστάσεις
Η κύρια σύσταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι ότι θα πρέπει να υιοθετηθούν πολιτικές ουδέτερες δημοσιονομικά που θα οδηγούν σε μείωση φόρων και διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ο εξορθολογισμός της δαπάνης για συντάξεις και αντιθέτως η εστίαση σε δαπάνες που απευθύνονται στις πλέον ευάλωτες ομάδες βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις συνθήκες για επενδύσεις και ανάπτυξη.
Εις ό,τι αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPL's) επισημαίνεται ότι δεν έχουν υιοθετηθεί πλήρως οι κατευθύνσεις για μείωση των λεγόμενων κόκκινων δανείων, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγήσει σε περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης στον υγιή ιδιωτικό τομέα και σε εξασθένηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών.
















