Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

τα καλοκαίρια.

τα καλοκαίρια εμείς δεν πηγαίναμε στη θάλασσα.
είχαμε αγοράσει βέβαια μάσκα και βατραχοπέδιλα, αλλά και τις δυο φορές που επιχειρήσαμε, γυρίσαμε πίσω. τη μία λόγω κουνουπιών και τη δεύτερη λόγω ολυμπιακών αγώνων- δεν υπήρχε τηλεόραση και τι να έκανε ο πατέρας;

τη μάσκα και τα πέδιλα, κάπου τα βαλε η μάνα- ποτέ δεν τα βρήκα......
πηγαίναμε στο χωριό του πατέρα, στη δράμα. ένα χωριό όμοιο -παρόμοιο με χιλιάδες άλλα- χωρίς θάλασσα , χωρίς κάτι......
για μένα- παράδεισος.

το σπίτι της απόλυτης αναρχίας- εφιάλτης για τη μάνα μου που υπέφερε πάντα..ανάμεσα σε ζέστη, ξαφνικές μπόρες, κουνούπια και γάτες που πηγαινοέρχονταν..κόσμο που άνοιγε την πόρτα κι έπινε καφέ και φλυαρούσε για ώρες, ένα σπίτι που κοιμόταν πάντα μετά τα μεσάνυχτα...πώς να ζήσει όταν όλα ήταν τόσο αντίθετα από το δικό της πάντα κλειστό σπίτι;

ο πατέρας γινόταν αφέντης, με τα καφενεία του και τις φωνές του και extra lalge σε όλα. ποτέ του δεν ξεπέρασε τις ενοχές που έφυγε και σπούδασε κι οι άλλοι μείναν πίσω-λεφτά τους έστελνε....
εγώ, βασίλισσα σ ένα σπίτι που κανείς δε με μάλωνε- γινόμουν αυθάδης κι η μάνα δεν είχε δύναμη...
ανακατευόμουν με τα σιτάρια και τα καπνά, τάιζα κότες, αγελάδες, γινόμουν μούσκεμα με το λάστιχο, χανόμουν με τα παιδιά της γειτονιάς σε βόλτες σε κάτι βάλτους- δε θυμάμαι πια ονόματα...
η υποχρεωτική μεσημεριανή ραστώνη σήμαινε απόδραση .άνοιγα την πόρτα κι έφευγα- πολλές φορές το πλήρωσα το τίμημα...
έτρωγα την καρδιά απ το καρπούζι, την ψίχα του ψωμιού, την τελευταία κουταλιά απ τη μερέντα...είχα πάντα όλους με το μέρος μου....τι πρωτόγνωρο για μένα

όταν φεύγαμε, έκλαιγα για πολλή ώρα.
ο πατέρας ξανάβρισκε τα κανονικά του.
η μάνα ενδυόταν την εξουσία της.
όλα καλά.

δυο σπόροι από σιτάρι που χα κρύψει
έπεφταν απ το χέρι μου.
στο σπίτι θα τους πέταγα- για να μη λερώσουμε...
Ελπίδα Φουλίδου 27.7.2019

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Αύγουστος...

*Αύγουστος...
Ο κύριος Γεράσιμος, γεννημένος το 1939, στην Κεφαλλονιά, ήταν ο μόνιμος φρουρός της γειτονιάς το καλοκαίρι...
Άνοιγε πρωί- πρωί τη μπαλκονόπορτά του, έφτιαχνε ένα πικρούτσικο καφεδάκι κι επέτρεπε στον εαυτό του να καπνίζει το πρώτο- και καλύτερο από τα 5 συνολικά τσιγάρα της μέρας του.
Χρόνια στο ίδιο κουδούνι απαντούσε κι ήταν αυτός που μάθαινε και τα καλά και τα κακά, και την αγαπούσε τη γειτονιά του κι ας ήταν συνηθισμένη...

Τα καλοκαίρια, άδειοι οι δρόμοι...ήξερε πότε και πού θα πήγαινε ο καθένας και σα να διαβεβαίωνε ότι όλα θα είναι υπό έλεγχο, γιατί εκείνος δεν πήγαινε πουθενά πια.
Όσο ζούσε η κυρά του όλο και κάπου πήγαιναν..Χρόνια πριν, όταν οι γιοι ήταν μικροί, φόρτωναν από βραδίς το αυτοκίνητα- βαρκούλες, βαλίτσες, φαγητά, καρπούζι- κι έπαιρναν το δρόμο με ένα καλό σταυροκόπι για τις κακοτοπιές. Ύστερα τα παιδιά μεγάλωσαν κι ήρθε η μέρα που κι η κυρά Μαρία , η γυναίκα του κουράστηκε πια από όλα κι έφυγε...αθόρυβα και ήρεμα.
Ο κύριος Γεράσιμος απόμεινε να κοιτάζει από το μπαλκονάκι τον κόσμο να περνά και να καλημερίζει- ανελλιπώς- τους πάντες.

Είχε μπει πια Αύγουστος κι η ησυχία ήταν ευεργετική αλλά και κουραστική πια...πότισε τη γλάστρα του και θυμήθηκε πως σήμερα θα ερχόταν ο γιος του με τα δικά του παιδιά...
Αποφάσισε να μαγειρέψει- γιατί τις άλλες μέρες ψιλοέτρωγε. Πού όρεξη για έναν; 

Δεν είχε παράπονο..τα παιδιά τον αγαπούσαν και τον νοιάζονταν μα είχαν κι εκείνα παιδιά, γυναίκες, δουλειές..δεν ήθελε και να φορτώνεται.
Έκλεισε τα μάτια σε ένα σύντομο ύπνο..πάλι ζέστη-σκέφτηκε. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε: - Μαρία μου εσύ είσαι; ψιθύρισε.
Δεν άκουσε το τηλέφωνο που χτύπησε. Το καράβι θα είχε καθυστέρηση...Αύγουστος πια...
Κανείς και σήμερα...
Ένα δροσερό αεράκι...αυγουστιάτικο... κι η μια μέρα ίδια κι ολόιδια με την πριν. 
Της Ελπίδας Φουλίδου
*Αναδημοσίευση. Πρώτη δημοσίευση Αύγουστος 2016

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΟΛΗ…

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια όμορφη πόλη, δίπλα σε ένα μεγάλο λιμάνι.
Με σπίτια μικρά, αλλά καθαρά και τακτοποιημένα. Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι, αλλά γεμάτοι με δέντρα που μοσχομύριζαν.
Τα σπίτια ήταν μικρά, μα οι αυλές και τα μπαλκονάκια ήταν γεμάτα με λουλούδια: γεράνια, βασιλικούς και γαρδένιες.
Τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους ανέμελα και οι μεγάλοι συζητούσαν μετά τη δουλειά. Ήταν δύσκολα και φτωχικά τα χρόνια.

Κάποτε κάποιοι σκέφτηκαν ότι ήταν όμορφο το μέρος για να φτιαχτούν εργοστάσια. Οι άνθρωποι στην αρχή χάρηκαν, γιατί θα είχαν δουλειές. Και φτιάχτηκαν τα εργοστάσια και δουλειές βρήκανε, μα μίκρυναν οι δρόμοι και τα σπίτια γίναν πολυκατοικίες και τα δέντρα λιγόστεψαν κι αυτά…
Οι γειτονιές δε μοσχομύριζαν πια και τα λουλούδια στα μπαλκόνια μαράζωναν.
Και πέρασαν χρόνια. Άλλα εργοστάσια πήραν τη θέση των παλιών…

Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκαν κάποια καζάνια. Τεράστια, που όλο δούλευαν –γιατί το πετρέλαιο ήταν πολύτιμο και ήθελε αποθήκες μεγάλες και δεξαμενές.
Τα λουλούδια αποφάσισαν να μην ξαναβγούν από τις γλάστρες και τα δέντρα έγερναν τα κλαδιά τους λυπημένα…
Τα παιδιά, όταν έβγαιναν να παίξουν ή να κάνουν διάλειμμα, όλο τα ενοχλούσε μια άσχημη μυρωδιά κι έγιναν και κείνα λυπημένα.

Ώσπου μια μέρα αποφάσισαν, μεγάλοι και μικροί ότι όλο αυτό έπρεπε να πάρει ένα τέλος.
Μαζεύτηκαν στα σχολεία τους και ξεκίνησαν για τα καζάνια. 
Στην αρχή ήταν λίγοι, μα σε κάθε γειτονιά όλο και κάποιοι τους ακολουθούσαν. Έφτασαν διστακτικοί μπροστά στα τρομερά και φοβερά κατασκευάσματα, αλλά ήταν αποφασισμένοι.
Έκαναν ένα μεγάλο κύκλο γύρω του κι άφησαν κάτω λουλούδια. Περίμεναν τι θα γίνει. Το θηρίο σταμάτησε για λίγο να βγάζει καπνό και μυρωδιά.

Η αρχή είχε γίνει…
Τα παιδιά ήταν χαρούμενα και περήφανα..

Κάτι μπορούσε να αλλάξει και το είχαν καταφέρει όλοι μαζί.
Ελπίδα Φουλίδου

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Τίποτα δεν έχει αλλάξει...

τα χρόνια δύσκολα και πικρά...
οι ξαδέρφες της μάνας στις παράγκες της Δραπετσώνας... πάστρα και καθαριότητα στα πεζούλια και στα μάτια...
ασβέστης συχνά-πυκνά για να ξορκίσει το κακό το μάτι και τα μικρόβια..
αγιόκλημα και γλάστρες και βασιλικοί και μυρωδιές μικρασιάτικες και άλλες των Ποντίων.

Και ο καημός ο δικός σου, δικός μου να γίνεται πάνω στο κέντημα και στο πλέξιμο και στο : “ “ Τι καλό έφτιαξες σήμερα;” 

Και οι άντρες απ ΄το χάραμα στο δρόμο , και τα φουγάρα να καπνίζουν ολοένα για ένα πιάτο φαΐ. Και το ανέπνεες το κακό και συ και τα παιδιά σου, κι η παράγκα να στάζει, αλλά όλα θα φτιάξουν..ο Θεός είναι μεγάλος.

Και χρόνια περάσαν πολλά ..και πολλά άλλαξαν, αλλά και τίποτα.Πάνε οι παράγκες κι οι θειές βολεύτηκαν σε χαμηλοτάβανα διαμερίσματα , κι όλα καλά..

Κι ο καημός ο δικός σου, ποιου γίνεται;
Και οι άντρες ακόμα στο δρόμο, μα και οι γυναίκες αντάμα..και καζάνια τώρα ήρθανε κι άλλα θεριά..Και το κακό το αναπνέεις και συ και τα παιδιά σου, αλλά όλα θα φτιάξουν;
Είναι ακόμα μεγάλος ο Θεός;

ΕΛΠΙΔΑ ΦΟΥΛΙΔΟΥ

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

με ή χωρίς...δέντρο.

δέντρο δε στολίζαμε ποτέ-σα να είχαμε στο πατρικό ένα μίσος για τις γιορτές.. περίμενα τον άγιο, μα δεν ερχότανε.δεν ήξερε τα δώρα πού να αφήσει...
 
τύλιγα μόνη μου πολλές χρονιές, κάτι χρησιμοποιημένα αντικείμενα και τα δώριζα στους γονιούς μου...καταλάβαιναν και κουνούσαν το κεφάλι.
τις παραμονές, η μαμά κοιμόταν πάντα νωρίς-πάντα νύσταζε-νύσταζε πολύ..
 
κι ήταν αυτή η νύστα τόσο μισητή-που δεν την άντεχα.
κι εγώ κοιμόμουν πάντα αργά-πάντα δε νύσταζα καθόλου...
κι ήταν αυτή η αγρύπνια κάποιες φορές κουραστική- μα δεν την άλλαζα..
κι όταν φύγαν τα χρόνια, κι ήρθαν άλλα- αλλιώτικα
δεν άλλαξα σε τίποτα τις συνήθειες..
 
κι ακόμα τυλίγω δώρα-ασήμαντα πολλές φορές- κι οι άλλοι καταλαβαίνουν και κουνάνε το κεφάλι...
το δέντρο το δικό μου όμως, είναι εδώ
για να χει μέρος να βρει
ο άγιος...
 ΕΛΠΙΔΑ ΦΟΥΛΙΔΟΥ·ΚΥΡΙΑΚΗ, 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Συνομιλία με τον Αύγουστο

Συντάκτης: Ευδοκία Γιαννιώτη Λειβαδά  από τη stagona4U

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας του φωτός.
Ο ήλιος ο ηλιάτορας του Ελύτη, το φεγγάρι που δεν άφηνε τη Σαπφώ να κλείσει μάτι, η πανσέληνος που διαλύει το έρεβος της νύχτας, οι αστερισμοί, οι Πλειάδες και ο Σείριος που υποδέχεται τη μέρα, το φάος - φως του Αυγούστου, παγιδεύει το χρόνο. Τον «λυγίζει» όπως ο Αϊνστάιν, τον προστάζει να επιστρέψει όπως ο Ριχάρδος Β', τον κλείνει μέσα στην αιωνιότητα μιας άχρονης ερωτικής περίπτυξης, τον ξεγελά μέσα στα όνειρα.
 
Διψασμένη η ψυχή μας για όνειρα - γιατί είμαστε φτιαγμένοι από το υλικό πού 'ναι τα όνειρα - όπως λέει ο Πρόσπερος, για όνειρα θερινής νυκτός, ως σπονδή στην απέραντη αυγουστιάτικη μέρα.

Ένας μήνας που φλέγεται, με λαμπρή καρποφορία και μυρωδιές, με ηλιοκαμένα κορμιά, μέσα στην αδιάλειπτη εγρήγορση των πόθων, κορμιά παραδομένα σε κάθε παραίσθηση, στη διονυσιακή ευωχία. Τον Αύγουστο η θάλασσα μπαίνει σε κάθε κόλπο του μυαλού, αλμυρίζει τις ουτοπίες, σ' έναν ατέλειωτο ορίζοντα επιθυμιών. Πυρκαγιά το μεσημέρι, βάζει φωτιά και πυρπολεί το πάθος, το εφικτό και το ανέφικτο του έρωτα.

«Ρεμβασμός το Δεκαπενταύγουστο», όπως ο Παπαδιαμάντης, «... δέρμα σαν καμωμένο από γιασεμί εκείνη του Αυγούστου - Αύγουστος ήταν; - η βραδυά...», όπως ο Καβάφης.

Είναι αποκαλυπτικός ο μήνας Αύγουστος, ο Μεσορί των Αιγυπτίων, ο Εκατομβαιών με τα Παναθήναια, με τη νηστεία, τις δρίμες και τα μερομήνια για τους Έλληνες.