Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Mια απλή λύση για το ελληνικό χρέος

Οι εκλογικές αναταράξεις σε Βρετανία και Γαλλία είναι μεν εξαιρετικά σημαντικές για το μέλλον της Ευρώπης, όμως η επίλυση της οικονομικής κρίσης της Ελλάδας έχει και αυτή την σημασία της. Και αυτή την εβδομάδα κορυφώνονται οι συνομιλίες για το ελληνικό πρόγραμμα «διάσωσης».

Υπάρχουν ομοιότητες με τις συνομιλίες του παρελθόντος: οι καθυστερήσεις μεταθέτουν την εκταμίευση χρημάτων του προγράμματος, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις μεγάλες προθεσμίες του Ιουλίου. Ακόμη δεν υπάρχει απτή υλοποίηση της υπόσχεσης για ελάφρυνση του χρέους, που αιωρείται μπροστά στα μάτια των Ελλήνων επί χρόνια.

Όλοι αναμένουν πως επίκειται επανάληψη της χρηματοδότησης. Δεν πρόκειται να επαναληφθούν οι εναγώνιες διαπραγματεύσεις του 2015, που παρά λίγο να καταλήξουν στην αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις και η αναποφασιστικότητα για το χρέος δεν ωφελούν κανέναν. Ούτε την ελληνική οικονομία, αλλά ούτε και τους πιστωτές, που η αξία των απαιτήσεών τους εξαρτάται από τη δυνατότητα της Ελλάδας να τις τιμήσει.

Η κύρια διαφωνία έγκειται μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαίων πιστωτών. Το Ταμείο επιμένει σε δέσμευση από την Ευρώπη για αναδιάρθρωση του χρέους που να είναι πιο γενναιόδωρη και πιο συγκεκριμένη από αυτή που έχει μέχρι τώρα προσφερθεί.

Ο Wolfgang Schauble έχει επικρίνει δημόσια το ΔΝΤ επειδή αυτό εκτιμά στο 1% την ανάπτυξη τα επόμενα 40 χρόνια. Όμως, ακόμη και η ευρωπαϊκή εκτίμηση για ανάπτυξη 1,25% είναι πολύ χαμηλή, ωστόσο επηρεάζει πολύ το μέγεθος της απαιτούμενης ελάφρυνσης.Μία ψύχραιμη ματιά στα γεγονότα αποκαλύπτει ότι ελάχιστη λογική υπάρχει στην όλη διαφωνία που να δικαιολογεί το πόσο μεγάλο εμπόδιο έχει καταστεί. 
Η αιτία έχει δύο σκέλη. Πρώτον, η διάρθρωση του ελληνικού χρέους έχει τόσο πολύ επεκταθεί στο μέλλον, ώστε το μέγεθός του δεν έχει μεγάλη σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι το βάρος της εξυπηρέτησής του επί της οικονομίας σε ετήσια βάση. Είναι λοιπόν εφικτό να περιοριστεί ουσιαστικά αυτό το βάρος χωρίς διαγραφή της ονομαστικής αξίας του χρέους, που είναι η πλέον κόκκινη από όλες τις κόκκινες γραμμές που έχουν χαράξει οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης.

Δεύτερον, επειδή έχει ήδη γίνει αναδιάρθρωση, δεν είναι το μέγεθος του χρέους η αιτία που εμποδίζεται η ανάπτυξη. Η ελληνική οικονομία έχει υποστεί τόσο βαθειά ύφεση, που υπάρχει σημαντικό δυναμικό για μεγάλη επιτάχυνση, μόλις λυθούν τα φρένα. Τα φρένα αυτά είναι η συνεχής συμπίεση του προϋπολογισμού ώστε να επιτυγχάνονται τα πρωτογενή πλεονάσματα, η αβεβαιότητα για την βραχυπρόθεσμη εξυπηρέτηση του χρέους και η πιθανότητα μίας νέας κρίσης αναχρηματοδότησης, καθώς και οι αμφιβολίες εξαιτίας των ατέρμονων διαπραγματεύσεων που αποτρέπουν τις επενδύσεις. Όλα αυτά ενώ ακόμα υφίστανται capital controls και τα ελληνικά ομόλογα δεν συμπεριλαμβάνονται στο QE της ΕΚΤ.

Είναι εύκολο να φανταστεί κάποιος έναν ενάρετο κύκλο στον οποίο και οι τρεις αυτοί παράγοντες θα έχουν αναστραφεί, ενώ η απαισιοδοξία των πιστωτών για την Ελλάδα θα έχει αποδειχθεί αβάσιμη. Σημειώστε πως η Ελλάδα είχε επιστρέψει στην ανάπτυξη το 2014, όταν δεν ήταν προγραμματισμένη ούτε εφαρμόστηκε κάποια δημοσιονομική σταθεροποίηση (τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην ύφεση και στην πολιτική αβεβαιότητα, όταν επέστρεψε δριμύτερη και η πολιτική λιτότητας).

Σήμερα, με το τέλος της λιτότητας να είναι ορατό, η ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και πάλι, να και αδύναμα. Η ανεργία μειώνεται. Φανταστείτε την βελτίωση που θα προέκυπτε αν μία συμφωνία ενθάρρυνε την ΕΚΤ να περιλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο QE.

Επιτακτικό επομένως είναι να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα λιτότητας το συντομότερο δυνατόν, ώστε να δοθεί χώρος στην οικονομία να αναπνεύσει, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Ένας ανοδικός κύκλος, εφόσον δοθεί ο χρόνος για να εκδηλωθεί, θα μπορούσε να μεταβάλει τις οικονομικές και πολιτικές προσδοκίες, επιτρέποντας στην ανάκαμψη να ριζώσει και να κάνει τους αριθμούς περισσότερο ευνοϊκούς. Αυτό με την σειρά του ίσως επιτρέψει την επίτευξη βιώσιμων, μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Επομένως, η συμφωνία που πρόκειται να γίνει δεν πρέπει να προβλέπει περαιτέρω δημοσιονομική σταθεροποίηση, λαμβάνοντας υπόψη το πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% για το 2016. Επίσης, θα πρέπει να διατεθούν όλοι οι αδιάθετοι πόροι του προγράμματος για την εμπροσθοβαρή αναχρηματοδότηση των δανείων που λήγουν στα προσεχή χρόνια. Τέλος θα πρέπει να επιμηκυνθεί ο χρόνος λήξης του εναπομένοντος χρέους ακόμη περισσότερο.

Πώς θα επιτευχθεί μία τέτοια συμφωνία δεδομένης της τρέχουσας αντιπαράθεσης; Οι διαφωνούντες πρέπει να παραδεχθούν το ακόλουθο: αν οι ευρωπαίοι αποδέχονταν την άποψη του ΔΝΤ για τις προοπτικές της ανάπτυξης, τότε θα έπρεπε να αποδεχθούν και την θέση του για μεγαλύτερη ελάφρυνση, δεδομένων των δεσμεύσεων που ήδη έχουν αναλάβει. 
Αν το ΔΝΤ αποδεχόταν τις εκτιμήσεις των ευρωπαίων, τότε θα έπρεπε να μειώσει τις απαιτήσεις του για ελάφρυνση. Όσον αφορά την εξάρτηση από τη μελλοντική ανάπτυξη, οι δύο πλευρές συμφωνούν. Δεν είναι όμως ανάγκη να συμφωνήσουν επί των εκτιμήσεων για το μέγεθος της ανάπτυξης. 
Αντίθετα, η υπό όρους συμφωνία μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην αναδιάρθρωση του χρέους. Το χρέος της Ελλάδας προς του ευρωπαϊκούς μηχανισμούς πρέπει να τροποποιηθεί για να ενσωματώσει αποπληρωμές που θα συνδέονται με το ΑΕΠ, ώστε το κόστος εξυπηρέτηση του χρέους να μειώνεται σε δυσμενείς περιόδους και να αυξάνεται όταν η οικονομία υπεραποδίδει.

Το ελληνικό πρόβλημα χρέους είναι ένας γόρδιος δεσμός. Υπάρχει τεχνοκρατική λύση που γεφυρώνει φαινομενικά αποκλίνουσες πολιτικές απόψεις. Η λύση πρέπει να υιοθετηθεί σύντομα, ειδάλλως ο καυγάς για ασήμαντα ποσά θα εξακολουθήσει να προκαλεί δυσανάλογη οικονομική βλάβη στην Ελλάδα, καθώς και οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους για όλους.

Πηγή: Financial Times