Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Πίπτομεν!


Τίποτα δεν μπορεί να με βγάλει από την θερινή μου ραστώνη. Ένα μήνα έχω να γράψω εδώ, κι άλλον ένα στη LiFO, εκατοντάδες αφορμές πέρασαν μπροστά μου και εγώ ακίνητος και ατάραχος.
Ο Πολύδωρας διορίζει σκανδαλωδώς την κόρη του στη Βουλή: ξεσηκώνεται το σύμπαν και δεν παραιτείται κανείς – ούτε ο ίδιος ούτε η κόρη του (αλήθεια πώς να νιώθει;). Ο Σαμαράς διώχνει τον Διώτη και τον αντικαθιστά με τον έφορο της συνοικίας του. Τα τρία κόμματα μοιράζουν τα δημόσια αξιώματα όχι επιλέγοντας τους καλύτερους αλλά με τα ποσοστά τους: 50% ο μεγάλος και από 25% οι μικροί.

Πατροπαράδοτες τακτικές που ξεκινάνε από τον Τζουμπέ. Η χώρα βουλιάζει και ο μικροκομματισμός ανθίζει και λουλουδίζει. Αλλά ακόμα περισσότερο θάλλει ο λαϊκισμός, του οποίου πρωταθλητής αναμφισβήτητος αναδεικνύεται ο Ευάγγελος Βενιζέλος ο οποίος κάνει σκληρή αντιπολίτευση στον… εαυτό του. Κι εγώ ατάραχος. Άλλη φορά θα έγραφα πολλά και άγρια. Αλλά τώρα αισθάνομαι εντελώς αδιάφορος. Όχι, τελικά δεν φταίει το καλοκαίρι. Είναι ότι έχω πια πεισθεί για την απόλυτη ματαιότητα κάθε πράξης και αντίδρασης. 

«Αναβαίνομεν;» ρωτούσε ο ήρωας στην παλιά καθαρευουσιάνικη μετάφραση του Ιουλίου Βερν. («Μυστηριώδης Νήσος» - αρχή). Και η συνέχεια του διαλόγου:
« - Ουχί! τουναντίον! καταβαίνομεν!
- Ακόμα χειρότερα, κύριε Κύρε! Πίπτομεν!»

Ναι, πέφτουμε στο βάραθρο. Τίποτα – τίποτα δεν μας σταματά!

Τι νόημα έχει να γράψεις;