Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Αύγουστος...

Ο κύριος Γεράσιμος, γεννημένος το 1939, στην Κεφαλλονιά, ήταν ο μόνιμος φρουρός της γειτονιάς το καλοκαίρι...
Άνοιγε πρωί- πρωί τη μπαλκονόπορτά του, έφτιαχνε ένα πικρούτσικο καφεδάκι κι επέτρεπε στον εαυτό του να καπνίζει το πρώτο- και καλύτερο από τα 5 συνολικά τσιγάρα της μέρας του.
Χρόνια στο ίδιο κουδούνι απαντούσε κι ήταν αυτός που μάθαινε και τα καλά και τα κακά, και την αγαπούσε τη γειτονιά του κι ας ήταν συνηθισμένη...

Τα καλοκαίρια, άδειοι οι δρόμοι...ήξερε πότε και πού θα πήγαινε ο καθένας και σα να διαβεβαίωνε ότι όλα θα είναι υπό έλεγχο, γιατί εκείνος δεν πήγαινε πουθενά πια.
Όσο ζούσε η κυρά του όλο και κάπου πήγαιναν..Χρόνια πριν, όταν οι γιοι ήταν μικροί, φόρτωναν από βραδίς το αυτοκίνητα- βαρκούλες, βαλίτσες, φαγητά, καρπούζι- κι έπαιρναν το δρόμο με ένα καλό σταυροκόπι για τις κακοτοπιές. Ύστερα τα παιδιά μεγάλωσαν κι ήρθε η μέρα που κι η κυρά Μαρία , η γυναίκα του κουράστηκε πια από όλα κι έφυγε...αθόρυβα και ήρεμα.
Ο κύριος Γεράσιμος απόμεινε να κοιτάζει από το μπαλκονάκι τον κόσμο να περνά και να καλημερίζει- ανελλιπώς- τους πάντες.

Είχε μπει πια Αύγουστος κι η ησυχία ήταν ευεργετική αλλά και κουραστική πια...πότισε τη γλάστρα του και θυμήθηκε πως σήμερα θα ερχόταν ο γιος του με τα δικά του παιδιά...
Αποφάσισε να μαγειρέψει- γιατί τις άλλες μέρες ψιλοέτρωγε. Πού όρεξη για έναν; 

Δεν είχε παράπονο..τα παιδιά τον αγαπούσαν και τον νοιάζονταν μα είχαν κι εκείνα παιδιά, γυναίκες, δουλειές..δεν ήθελε και να φορτώνεται.
Έκλεισε τα μάτια σε ένα σύντομο ύπνο..πάλι ζέστη-σκέφτηκε. Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε: - Μαρία μου εσύ είσαι; ψιθύρισε.
Δεν άκουσε το τηλέφωνο που χτύπησε. Το καράβι θα είχε καθυστέρηση...Αύγουστος πια...
Κανείς και σήμερα...
Ένα δροσερό αεράκι...αυγουστιάτικο... κι η μια μέρα ίδια κι ολόιδια με την πριν. 
Της Ελπίδας Φουλίδου