Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

13 λόγοι για τους οποίους δεν υφίσταται κίνδυνος Grexit

Του Κ. Καλλωνιάτη
 Ο κίνδυνος εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ είναι μηδαμινός. Δεν την θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ επειδή η ελληνική οικονομία είναι οργανικά ενταγμένη στην ευρωπαϊκή. Δεν τη διανοείται η Ευρωζώνη γιατί, αν σπάσει ένας κρίκος, κινδυνεύει να σπάσει όλη η αλυσίδα... Αυτό θα έπρεπε καιρό τώρα να είναι καθαρό, αφού καμία πλευρά δεν πορεύεται με βάση το ενδεχόμενο αυτό. Όχι τουλάχιστον όσο ο στόχος είναι η διαπραγμάτευση. Οι μόνοι που εξ αρχής μιλάνε για Grexit είναι όσοι το φοβούνται ή το επιθυμούν. Δηλαδή όσοι κινούνται με γνώμονα το θυμικό κι όχι τη λογική τους. Υπάρχουν, βέβαια, κι αυτοί που παίζουν με τις φοβίες των ανθρώπων για λόγους ιδιοτελείς. Κι επειδή σε περίοδο εκλογών (για Πρόεδρο ή νέα κυβέρνηση) το θερμόμετρο της έντασης των παθών και των προκαταλήψεων κορυφώνεται και η πολιτική κρίση εύκολα θολώνει, η καλλιέργεια παράλογων φόβων αποσκοπεί στην τεχνητή αλλοίωση των εκλογικών συσχετισμών.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που ο κ. Σαμαράς ανέφερε τη λέξη Grexit ρίχνοντας την ευθύνη στον ΣΥΡΙΖΑ για το ότι "επανήλθε αυτή στο στόμα των ξένων". Όπως δεν είναι άμοιρη ευθυνών η επίκληση της κ. Βούλτεψη στην εκτίμηση του οίκου Moody's ότι οι εκλογές συνιστούν "πιστωτικό γεγονός". Όμως, υπακούοντας έτσι σε μικροκομματικά συμφέροντα, παίζουν με τη φωτιά των αγορών, για τις οποίες υποτίθεται ότι κόπτονται. Ξεχνώντας, μάλιστα, πως ένα μέρος των ξένων πράγματι επιθυμεί και προβάλλει την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, όχι επειδή ενδιαφέρεται για το καλό της Ελλάδας, αλλά επειδή τα συμφέροντά του εξυπηρετούνται καλύτερα από μία Ευρώπη αποδυναμωμένη ή και διαλυμένη.

Αν, λοιπόν, ο επικεφαλής οικονομολόγος της Renaissance Capital Τσαρλς Ρόμπερτσον ισχυρίζεται ότι «η Ελλάδα θα είναι πολύ πιο σημαντική για τις παγκόσμιες αγορές κατά τις επόμενες εβδομάδες απ' ό,τι η Ρωσία και η Ουκρανία σε όλο το 2014», αυτό οφείλεται στο ότι η Ευρώπη θα κληθεί πιθανότατα να συμπορευθεί με μία αριστερή κυβέρνηση που θέτει ζήτημα αλλαγής της πολιτικής της λιτότητας με μέτρα οικονομικής ανάπτυξης και απομείωσης ενός μη βιώσιμου χρέους. Ζητήματα, δηλαδή, που έχουν ήδη θίξει κορυφαίοι οικονομολόγοι, ερευνητικά ινστιτούτα και διεθνείς οργανισμοί (βλ. ΟΟΣΑ πρόσφατα, αλλά και ΔΝΤ παλιότερα) και για τα οποία αναπότρεπτα θα υπάρξουν αντιστάσεις και συγκρούσεις μέχρις ότου εξευρεθεί μία αμοιβαία αποδεκτή λύση.
Σύγκρουση και ρήξη με το παρελθόν, ωστόσο, δεν σημαίνει αδιέξοδο και Grexit αν αυτό δεν συμφέρει καμία από τις δύο πλευρές, αλλά επιδίωξη μετάθεσης των ορίων της ευρωπαϊκής πολιτικής και συμβιβασμού σε κοινωνικά βιώσιμες λύσεις. Κι ο μεν ΣΥΡΙΖΑ έχει διαβεβαιώσει για τον στρατηγικό ευρωπαϊκό του προσανατολισμό και την απροθυμία του να προχωρήσει σε μονομερείς λύσεις. Η δε Ε.Ε. πως συζητά κι εργάζεται για ανεύρεση λύσεων μόνο στο πλαίσιο του ευρώ. Το οποίο, όπως η ιστορία δείχνει, είναι ένα εξελισσόμενο σύστημα (βλ μεταρρυθμίσεις 2005, 2011, 2012) που τώρα πρέπει να εξελιχθεί περαιτέρω αν θέλει να επιβιώσει.
Δεν υπάρχουν τυφλές δεσμεύσεις, απαράβατοι κανόνες και ιερές κι αμετάβλητες συνθήκες όταν η ίδια η πραγματικότητα αλλάζει καθημερινά την υλική βάση πάνω στην οποία αυτές σχεδιάσθηκαν και συμφωνήθηκαν. Πόσες, αλήθεια, χώρες σεβάστηκαν και τήρησαν από το 1992 έως σήμερα τη ρητή δέσμευση της συνθήκης του Μάαστριχτ για πτωτική τάση του λόγου χρέους / ΑΕΠ προς το όριο του 60% και για έλλειμμα μικρότερο του 3% του ΑΕΠ;
Το δίλημμα που σήμερα τίθεται συνεπώς δεν είναι ναι ή όχι στο Grexit, με ή χωρίς ΣΥΡΙΖΑ αντιστοίχως, αλλά ναι ή όχι σε μία δημοκρατική και οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμη Ευρώπη. Και το θεωρητικά υπαρκτό ενδεχόμενο του Grexit πρακτικά μηδενίζεται από τον καθ' όλα υπαρκτό συστημικό κίνδυνο διάλυσης της Ευρωζώνης σε περίπτωση εκδίωξης μιας χώρας - μέλους από αυτήν. Κίνδυνος που, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο λόγω της προηγούμενης μεταφοράς των ελληνικών χρεών από τις τράπεζες στα κράτη - μέλη, είναι σήμερα μεγαλύτερος απ' ό,τι ήταν το 2010 για τους εξής λόγους:
Πρώτον: Η παγκόσμια οικονομία έχει επιβραδύνει επικίνδυνα και η Ευρώπη βρίσκεται ξανά στο χείλος της ύφεσης. Μετά το 2011 το διεθνές εμπόριο μειώνει συνεχώς τους ρυθμούς του (3% τη τελευταία τριετία έναντι 7% προ κρίσης) ενώ για πρώτη φορά τρέχει βραδύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ.
Δεύτερον: Τα μέσα νομισματικής και δημοσιονομικής παρέμβασης που υπήρχαν ακόμη το 2008, σήμερα έχουν εξαντληθεί (βλ. μηδενικά επιτόκια, 3-4 φορές αύξηση ισολογισμού κεντρικών τραπεζών, δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη) μαζί με την αποτελεσματικότητά τους στην αποτροπή κρίσεων.
Τρίτον: Τα επίπεδα του χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού) παγκοσμίως αυξήθηκαν μετά το 2008 και οι τράπεζες είναι περισσότερο εκτεθειμένες σε υψηλού κινδύνου δάνεια που θα σκάσουν σε περίπτωση ύφεσης. Συγχρόνως, τα επίπεδα των ρευστών περιουσιακών στοιχείων ως ποσοστό του συνόλου βρίσκονται σε χαμηλό 25ετίας.
Τέταρτον: Ο αυξημένος δανεισμός ενίσχυσε την αλληλεξάρτηση, την περιπλοκότητα και την αδιαφάνεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και συνεπώς διεύρυνε τον συστημικό κίνδυνο.
Πέμπτον: Το ίδιο διεύρυνε τον συστημικό κίνδυνο η συγκεντροποίηση των καταθέσεων και των χρηματοδοτήσεων, αφού λίγες μεγάλες τράπεζες ελέγχουν το 70% του συνόλου. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι πανίσχυρο πολιτικά κι ουσιαστικά ανεξέλεγκτο καθώς ο μηχανισμός των ρυθμιστικών αρχών παραμένει κατακερματισμένος και πρακτικά ασυντόνιστος.
Έκτο: Με την απορρόφηση από τις αγορές του πληθωριστικού χρήματος που τύπωσαν οι κεντρικές τράπεζες (εις βάρος της πραγματικής οικονομίας) οι φούσκες σε μετοχές, ομόλογα και κυρίως σε συναλλαγματικές ισοτιμίες απειλούν να παρασύρουν στη πτώση τους το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Έβδομο: Επειδή το φούσκωμα των αγορών διεθνώς στηρίχθηκε κυρίως στην ποσοτική επέκταση της Fed (το carry trade εκτιμάται πως ανήλθε σε 9 τρισ. δολ.), τώρα που διακόπτεται η πολιτική αυτή και ανατιμάται ισχυρά το δολάριο προκαλείται ασφυξία σε όσους δανείστηκαν στο πράσινο νόμισμα, εξ ου και η τάση πωλήσεων τίτλων.
Όγδοο: Συγχρόνως, η υψηλού κινδύνου αγορά παραγώγων (στοιχήματα), που κυριαρχείται διεθνώς από ελάχιστες τράπεζες, επεκτάθηκε από 590 τρισ. δολ. νοητής αξίας το 2007-08 σε 690 τρισ. το 2014...
Ένατο: Η πρόσφατη κατακόρυφη πτώση της τιμής του πετρελαίου κατά 50% δεν οδηγεί μόνο σε χρεοκοπία χώρες παραγωγούς του μαύρου χρυσού, αλλά απειλεί με αποπληθωρισμό και χρεοκοπία και τις υπερχρεωμένες χώρες καταναλωτές του. Συγχρόνως, ακυρώνει διεθνώς επενδυτικά σχέδια 550 δισ. στον τομέα της ενέργειας προορίζονταν το 1/3 των επενδύσεων παγκοσμίως!
Δέκατο: Ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει αυξηθεί και εξαπλωθεί υπέρμετρα.
Ενδέκατο: Η γενικευμένη τάση μείωσης των πραγματικών μισθών, αύξησης της ανεργίας και του βαθμού χρέωσης των νοικοκυριών έχει οδηγήσει σε τεράστια αύξηση των ανισοτήτων στην κατανομή των εισοδημάτων και του πλούτου με συνέπεια η προκύπτουσα συγκεντροποίηση να αφαιρεί μεγάλο μέρος της ζήτησης από την πραγματική οικονομία.
Δωδέκατο: Η όξυνση των οικονομικών αποκλίσεων στην Ευρώπη και η συμπίεση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων από τις πολιτικές λιτότητας ενίσχυσε τις φυγόκεντρες πολιτικά δυνάμεις του λαϊκισμού και του εθνικισμού αποδυναμώνοντας την αξιοπιστία κι εξουσία των Βρυξελλών.
Δέκατο τρίτο: Τέλος, αντίθετα με τις διαβεβαιώσεις Χαρδούβελη πως το Grexit είναι υπαρκτός κίνδυνος γιατί οι άλλες χώρες είναι πια οχυρωμένες κι απόδειξη γι' αυτό είναι πως δήθεν δεν αυξήθηκαν τα δικά τους περιθώρια επιτοκίων, η αλήθεια είναι πως μεταξύ 5 και 12 Δεκεμβρίου, όταν τα ελληνικά σπρεντ εκτινάχθηκαν 28% (ενώ της Ευρωζώνης μειώνονταν 19%), τα αντίστοιχα της Ισπανίας αυξάνονταν 4%, της Ιταλίας 6%, της Πορτογαλίας 8% και της Σλοβενίας 9%...
Για όλους αυτούς τους λόγους οι τρέχουσες συνθήκες έχουν καταστεί εξαιρετικά εύφλεκτες και ο συστημικός κίνδυνος πολύ ισχυρός για να διανοείται η Ευρώπη Grexit προς παραδειγματισμό τρίτων. Η επίσπευση των προεδρικών εκλογών δεν αποτελεί πρωτοβουλία Σαμαρά, αλλά απόφαση των Βρυξελλών, που θέλουν να κλείσουν μία ώρα αρχύτερα το ελληνικό ζήτημα πριν διογκωθεί η διεθνής κρίση, διαπραγματευόμενες μια και καλή την αναδιάρθρωση του χρέους με τη νέα ελληνική κυβέρνηση και προστατεύοντας συγχρόνως τη συντηρητική παράταξη από περαιτέρω... "ανεπανόρθωτη βλάβη". Αυγή